ΤΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΕΙΝΑΙ....

30.5.09

Στο μεγάλο δέντρο


Στα καλοκαίρια του ‘’80 οι αποδράσεις τα σαββατοκύριακα δεν στοίχιζαν ούτε σε κόπο ούτε σε χρόνο και υπήρχε ένας τόπος που για να πας διέσχιζες ένα πυκνό δάσος από πεύκα σε βουνά με πολλές στροφές. Aφού έχεις αντέξει ξημερώματα το άγριο ξύπνημα της γιαγιάς και έχεις συνέλθει από το σοκ του καθαρού οξυγόνου στα πνευμόνια σου, αν έχεις πέσει αναίσθητος στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, το σύνθημα ήταν, και καταλάβαινες ότι πλησιάζεις στον προορισμό ακριβώς με αυτήν την σειρά οσφρήσεως, το άρωμα των φρεσκοποτισμένων χωραφιών πρώτα από την δεξιά πλευρά, ο αιθέρας που σου έβαζε στα ρουθούνια το θυμάρι αριστερά από τις άγριες βουνοπλαγιές λίγο αργότερα, την μπόχα των στάβλων που πλησίαζαν, και τέλος την δελεαστική μυρωδιά του ψωμιού στον μοναδικό πέτρινο φούρνο του χωριού, ενώ αν ήταν ευνοϊκός ο άνεμος μερικές ριπές ιωδίου από την θάλασσα ήταν ο καταλληλότερος τρόπος για να σηκώσεις το κεφάλι στο παράθυρο και να γιορτάσεις την άφιξη. Τότε η τελευταία ευθεία του δρόμου αριστερά και δεξιά είχε από μία σειρά μεγάλα κυπαρίσσια σμιχτά το ένα στο άλλο και ο ήλιος αναβόσβηνε κάνοντας τον κόσμο μια μεγάλη ντισκόμπαλα, μέσα σ’ αυτή την πανδαισία χρωμάτων, αρωμάτων, και συνήθως συνοδεία ελληνικής μουσικής από το ραδιόφωνο, αυτό που περίμενα να αντικρύσω ανακουφισμένος που θα απαλλαγώ από το μαρτύριο της ακινησίας, ήταν ένας ανεμόμυλος πολύ παλιός, που στη φαντασία μου έστεκε σαν πύργος και που δεν λειτουργούσε πια, αλλά κάποτε όταν είχε φτερά, πριν τον πόλεμο, αυτά ήταν βαλμένα όχι κάθετα αλλά οριζόντια επάνω στην κορυφή, και που στις ρίζες του φιλοξενούσε μια καλοσυνάτη φτωχή αγρότισσα, που τύχαινε να είναι θεια μου.

Το πρώτο πράγμα που αντίκριζες βγαίνοντας από το αυτοκίνητο ήταν μια πελώρια συκιά ίσα με το ύψος ενός τριόροφου κτιρίου που συναγωνιζόταν με τον παλαίμαχο ανεμόμυλο για το ποιος θα φτάσει πιο ψηλά στον ουρανό και για το ποιος έφτασε πρώτος στο μέρος, διεκδικώντας του χρίσμα του τοπικού ουρανοξύστη. Ένας μικρός στάβλος με αγελάδες σχεδόν ενιαίος με το κοτέτσι ήταν εξίσου παλιός όπως και το φτωχικό της θείας, πράγματα τόσο παλιά που έμοιαζαν σχεδόν βγαλμένα απευθείας μέσα από το χώμα και που λάτρευες αμέσως ειδικά αν ήσουν παιδί και αφού πρώτα είχαν περάσει τα 3-4 λεπτά που χρειάζεται για να πάψουν να είναι εχθρικές οι μυρωδιές από τα κοτόπουλα, τις αγελάδες, τα κουνέλια, τις πάπιες, τα γαλόπουλα και γενικώς πράγματα που αποδεικνύεται ξαφνικά ότι υπάρχουν ζωντανά με σάρκα και οστά. Αυτό ήταν πράγματι ένα σπίτι που πλημύριζε από ζωή όχι μόνο επειδή ήταν ένας εξοχικός τόπος συνάντησης για τις οικογένειες που ανήκαν στο σόι μας, αλλά γιατί τα πάντα που έβλεπες γύρω ήταν σε κίνηση, ένα μέρος που σάλευε από μόνο του με κάθε μορφή ενέργειας να μετουσιώνεται σε υπαρκτή ομορφιά στον ατέρμονα βρόγχο του παιχνιδιού της φύσεως. Τα λίγα καλλιεργημένα στρέμματα του θείου κολλητά στο σπίτι σε κάθε επίσκεψη είχαν διαφορετικό χρώμα και μέγεθος· πότε θεόρατα καλαμπόκια φυλούσαν καλά και έκαναν απροσπέλαστο το διάβα, πότε λάχανα και ντομάτες, άλλες φορές κουνουπίδια, μαρούλια, μελιτζάνες και πιπεριές, ήταν αδύνατο να προβλεφθεί η καταιγίδα συναισθημάτων που προκαλούσε το χρώμα του φόντου όταν ήθελες κρυφά να σκαρφαλώσεις στην κορυφή του παλιού μύλου για να μιλήσεις με τα εκατοντάδες σπουργίτια που κατοικούσαν εκεί. Και παρόλο που ήταν ένα μέρος που ζούσε σε μεγάλο βαθμό από τα ζώα, ήταν παράλληλα και ένα μέρος άσυλο για τα ζώα, πράγμα που το γνώριζαν ακόμα και οι σπούργιτες, γιατί ο θείος δεν ήταν και πολύ σαρκοφάγος και είχε μάλιστα απαγορεύσει το κυνήγι σε όλη την έκταση της περιουσίας του.

Ήταν καμιά εξηνταπενταριά χρονών αλλά έχοντας χάσει το πόδι του σε εφηβική ηλικία από μια κλωτσά πουλαριού που του είχε αφήσει για πάντα το σημάδι στο «δόξα πατρί», έχοντας δώσει ολομόναχος ατελείωτους αγώνες από τα χαράματα ως την δύση στα χωράφια για όλη του τη ζωή, χωρίς πολυτέλειες και επιπλέον, ήταν άνθρωπος πράος, σοβαρός και περίεργος εώς μυστηριώδης. Ήταν ο μόνος εξάλλου από το σόι που είχε αποφασίσει από πολύ νωρίς πως θέλει να ζήσει από την γη και πήρε τον δρόμο που τον έφερε σ' εκείνο το μέρος, χωρίς ωστόσο να μοιάζει στον τύπο του αγροίκου αγρότη με χοντροκομμένους τρόπους και πρωτόγονα αγενείς συμπεριφορές, ούτε είχε τον ανάλογο χαρακτήρα ή την ξιπασιά ενός επαγγελματία κτηνοτρόφου, ούτε με τα αλκοολούχα ας πούμε δεν τα πήγαινε και πολύ καλά, ούτε και θυμάμαι να είχε εκτεθεί ποτέ δημοσίως η βαρύτητά της μορφής του για οποιοδήποτε λόγο. Πιο αψεγάδιαστος και από πρόεδρος του Αρείου Πάγου, γι’ αυτό και τις σπάνιες στιγμές που αισθανόταν την ανάγκη να μιλήσει και είχε μία ιστορία βγαλμένη από τις σκόνες για να πει, όσοι κι αν τύχαινε να καθόμασταν γύρω-γύρω κυκλικά στις καρέκλες, ένοιωθα να με σκεπάζει μια γλυκιά σιωπή παρόλο που τα βράδια μετά τις δέκα που καθόμασταν στην αυλή για να πούμε ιστορίες σβήναμε τα φώτα για να μην συγκεντρωθεί όλο αυτό το πλήθος των φτερωτών εντόμων από την θορυβώδη πλευρά της νύχτας, γιατί η αργή, γαλήνια και σταθερά σίγουρη φωνή του κυρ-Διονύση έπαυε κάθε άλλο ήχο και πάγωνε το χρόνο τόσο αποτελεσματικά που αυτή η εικόνα του, με σταυρωμένα τα χέρια, καθισμένο στην καρέκλα, λουσμένος με σεληνόφως, να λέει μία ιστορία με κάποιο αυτοσχέδιο ηθικό δίδαγμα για ένα γαμπριάτικο παντελόνι του πατέρα του που έτυχε να το κάνει ουρά χαρταετού σαν ήταν ο ίδιος παιδί, ένα νυχτερινό πορτραίτο σιωπηλής σοφίας, έμεινε τόσο ατόφια μορφή στο βάθος του μυαλού μου ακόμη κι αν πέρασαν εικοσιπέντε χρόνια σαν οδοστρωτήρας, μια ξεχωριστή εικόνα που κρατάμε για να θυμόμαστε όσους ανθρώπους αγαπήσαμε και βρίσκονται πια στον άλλο κόσμο.


Σαββάτο και Κυριακή ήταν ένας άτυπος αγώνας μαγειρικής για όλες τις γυναίκες, μανάδες, γιαγιάδες και θειάδες που επιδίδονταν από νωρίς το πρωί σε επιδείξεις γνώσης μυστικών συνταγών προερχόμενων από τις προγιαγιάδες, ανάμεσα σε έναν πανζουρλισμό από φωνές παιδιών που άνηκαν σε όλο το εύρος των τρυφερών ηλικιών, σ’ ένα ατελείωτο πήγαιν-έλα από την γούρνα του πηγαδιού στην αυλή στο τραπέζι, απ’ το τραπέζι στην κουζίνα, από την κουζίνα στην αποθήκη για ανεφοδιασμό και τούμπαλιν. Η επικεφαλής οικοδέσποινα αδερφή της γιαγιάς που είχε ακολουθήσει τον κυρ-Διονύση σ’ αυτήν την επιλογή ζωής, βρέθηκε από νεανική πρωτευουσιάνα να είναι πια μια σκληρή αγρότισσα και τουλάχιστον ως προς αυτό δεν έμοιαζε καθόλου στον θείο γιατί η γυναικεία έμφυτη σκληράδα της σε συνάρτηση με το ένστικτο για επιβίωση σ’ ένα περιβάλλον που απαιτούσε πολύ κόπο, την είχε κάνει πλέον πιο τραχιά και από πέτρα. Η γαλήνη της είχε διάρκεια μέχρι εκεί που ξεχειλίζει το ποτήρι ενώ ακόμη κι αν βρίσκονταν χίλιες γυναίκες στο ίδιο σπίτι, έμοιαζε από την αρχή ξεκάθαρο το ποιος θα δίνει γενικές εντολές, πράγμα που γνώριζαν στο κτήμα όλοι, από κότες μέχρι αγελάδες. Για να πω την αλήθεια δεν θυμάμαι τον θείο μου να σφάζει την εκλεκτή κότα της Κυριακής, αλλά την θεία μου την θυμάμαι πολλές φορές και γενικά απέφευγα να παίζω με τις κλωστές που είχαν αντικαταστήσει νεύρα της. Αλλά το γνωρίζω καλά, κατά βάθος ήταν μια πολύ γλυκιά γυναίκα πράγμα που μου το έδειχνε κι εμπράκτως όταν αναχωρούσαμε την Κυριακή το βράδυ για επιστροφή και μου ‘βαζε με τρόπο ένα κατοστάρικο στην τσέπη από το υστέρημα των υστερημάτων της, μ’ ένα τόσο αληθινό στοργικό και σύναμμα πονηρό χαμόγελο, και τις φορές που δεν είχε αυτό το κατοστάρικο με φιλούσε και με ξαναφιλούσε έχοντας ένα πρόσωπο ζωγραφισμένο με ενοχές κι ας ήξερε πως δεν θα κρατούσα κακία για κάτι τέτοιο, έτσι που έχει φτιάξει κι αυτή το δικό της πορτραίτο, το πορτραίτο του αποχαιρετισμού, προσθέτοντάς το στην λίστα των στιγμιότυπων εκείνων που δεν θα ξεχάσω ποτέ.


Για εμάς τα παιδιά αδέρφια και ξαδέρφια οι μέρες στο κτήμα ήταν ένα τεστ αξιολόγησης της αντοχής των ποδιών και των πνευμονιών μας, γιατί το ζητούμενο δεν ήταν πόσα παιχνίδια θα μπορούσαμε να παίξουμε σε μία ώρα, αλλά το πόσες ώρες θα μπορούσε να κρατήσει την μέρα ο ήλιος. Εκείνες οι ώρες ήταν ολόκληρες Ιλιάδες που συμπεριλάμβαναν αρκετές περιπέτειες μερικές εκ των οποίων θεωρούνται σπάνιες για τα παιδιά σήμερα όπως το να σκονίζεσαι, να γρατζουνιέσαι, να τρυπιέσαι και να βρωμίζεσαι εντελώς γενικότερα, φτιάχνοντας παιχνίδια με λάσπη και αίμα, όπως όταν έπλαθε ο ίδιος ο Θεός. Ιερές συμμαχίες και ιερές κλίκες μεταξύ των ξαδερφιών ήταν ισορροπίες που ταράζονταν κάθε είκοσι λεπτά, τα παιχνίδια της ζωής που σου μαθαίνουν πόσο ανταγωνιστικό και εγωϊστικό ζώον είναι ο άνθρωπος από την παιδική ηλικία ακόμα, που ούτως ή άλλως επιβεβαιώθηκαν και στην απτή καθημερινότητα αφού δεν διατήρησα σχέσεις με κανέναν στα μετέπειτα. Όμως εξακολουθώ να έχω ξαδέρφια και είναι εκείνα τα ξαδέρφια που φτιάχναμε ξύλινα σπαθιά και τόξα, και μου χάραξαν ανεξίτηλα τα πιο πρωτόγονα ένστικτα ευχαρίστησης, εκείνα που έχουν να κάνουν με τις προπατορικές ανθρώπινες διαστάσεις της έννοιας της οικογένειας, του σογιού, της φυλής. Το φίλτρο εκείνο που θέλει τα παιδιά των ανθρώπων να έχουν συνεχείς επαφές με άλλα παιδιά από μικρά όχι σε απόλυτα ελεγχόμενο περιβάλλον αλλά σχεδόν ελεύθερα, όπως έχουν το ανάλογο τα μαϊμουδάκια, τα λιονταράκια και τα ελεφαντάκια, θυμίζοντας ότι το πρώτο και σημαντικότερο μάθημα είναι εκείνο του παιχνιδιού και των εμπειριών που προκύπτουν από αυτό, γιατί ακόμα κι αν υπήρχε ένα καλώδιο που να το έβαζες στο κεφάλι των παιδιών και επιτόπου να το γέμιζες γνώσεις, κανένα παιδί δεν θα μπορούσε να γνωρίζει αυτά που δεν μπορούν να γνωρίζουν ούτε οι σοφότεροι επιστήμονες, όπως είναι η ευθραυστότητα ή η αντοχή των ανθρώπινων συναισθημάτων σε κάποια περίσταση. Αυτά που δεν μπορείς να γνωρίσεις με τα βιβλία μπορείς να τα γνωρίσεις μόνο παίζοντας, όπως τα όρια του εαυτού σου, και αυτή είναι μία αρχή που κληρονόμησα από εκείνα τα σαββατοκύριακα και συνεχίζω να παίζω μέχρι και σήμερα, μα με το μόριό μου, μα με τις ψυχές των άλλων, μια με την δική μου ψυχή, ευτυχώς παίζω καμιά φορά και με τις γάτες μου που είναι πιο έξυπνες, πιο πονηρές, πιο ζηλιάρες, και πιο ανταγωνιστικές και με βάζουν στην θέση μου. Από εκείνες τις στιγμές με τους ανθρώπους πάντως έμαθα την σημασία της ενότητας, της συνεργασίας, της ανακάλυψης και της αυτόνομης εκμάθησης.

Εκείνη η μεγάλη ψυχή του κτήματος φώλιαζε στη σκιά εκείνου του μεγάλου δέντρου, εκείνης της πελώριας συκιάς που απ’ ότι έλεγε ο θείος ήταν τόσο σπάνια όσο ο οριζόντιος ανεμόμυλος που ήταν πολύ αποδοτικός στην εποχή του, και ακόμα πιο σπάνια γιατί ήταν μοναδική τέτοια συκιά στην Ελλάδα και την είχε φέρει από το εξωτερικό κάποιος γνωστός του. Και όχι μόνο βρήκε μια πατρίδα για να απλώσει τις ρίζες της, αλλά ένα μέρος που την έθρεψε και την έκανε πραγματικό γίγαντα, τόσο ψηλή που κανένα από τα αδέρφια της δεν κατάφερε στην αυθεντική της πατρίδα. Μια ψυχή τελικά τόσο γνήσια ελληνική, όσο κάθε τι ελληνικής καταγωγής, χωρίς χαρτιά αυθεντικότητας και προελεύσεως αλλά με μοναδική σφραγίδα γνησιότητας που είναι πάντα ευανάγνωστη και κραυγαλέα. Τα βαριά κλαδιά που έγερναν ολόγυρα σχημάτιζαν στα πόδια της έναν εσωτερικό θόλο που χωρούσαν όρθιοι αρκετοί άνθρωποι, αλλά που ήταν τόσο απόκοσμος και μυστηριώδης που δεν ήθελες να μένεις μέσα σ’ αυτήν την περίεργη σκιά για πολύ. Έμοιαζε πλανήτης απόμακρος και αφιλόξενος αλλά στην πραγματικότητα ήταν σαν τον θείο, όταν πλησίαζα με σεβασμό και καλή διάθεση εκείνη μου έδειχνε την καρδιά της, είχαν μεγαλώσει τόσα χρόνια μαζί με τον κυρ-Διονύση, και οι δύο ξένοι από άλλο τόπο, να ζούνε μαζί στην δική τους αυτόνομο βασίλειο που είχε τακτικά τόσους πιστούς, τόσο που θα ήταν αδύνατο να μην πάρει κάτι στο χαρακτήρα ο ένας από τον άλλον. Απ΄ όσο θυμάμαι από εκείνη την ηλικία το συγκεκριμένο δέντρο σίγουρα αγαπούσε τα παιδιά.

Αν με ρωτούσε λοιπόν κανείς ποιο πορτραίτο θα μπορούσε να συμβολίζει τα σαββατοκύριακα του ‘’80 στις άσβηστες μνήμες μου, θα του έλεγα ότι η πιο αντιπροσωπευτική εικόνα είναι αυτή του πανάσχημου, επιβλητικού και συμβολικού δέντρου, που για μια δεκαετία κακογουστιάς, αυτοεπίδειξης και ψευτοσυμβολισμών θα φαινόταν επιλογή που ταιριάζει απόλυτα, αλλά βέβαια μόνο εγώ θα μπορούσα να εκτιμήσω την πραγματική του αξία. Ήταν εκείνο το δέντρο που για τυχαίο λόγο έτυχε να κάτσει εκεί, που έτυχε κι έκατσε ο γέρος, που έτυχε να βρισκόμαστε κάθε τόσο γύρω του όλοι οι υπόλοιποι, οπότε αυτή η οντότητα συμμετείχε τόσο ενεργά στην ιστορία που αρχίζουν να αμφισβητούνται οι συμπτώσεις , και όντας σύμβολο το ίδιο σαν συκιά που είναι, έδωσε αμέσως μυθική τροφή στην φαντασία για έναν τέτοιο συλλογισμό. Ειδικά στις μέρες όχι μόνο έχει χαθεί η επαφή ανάμεσα στους ανθρώπους από το ίδιο σόι αλλά ακόμα και μεταξύ των ανθρώπων της ίδιας οικογένειας, και βλέποντας και το δικό μου σόι περίπου στην ίδια κατάσταση σκέφτηκα διάφορα πριν κάμποσο καιρό που έτυχε να περάσω από το μέρος και είδα με πίκρα πως τίποτα πια δεν έκρυβε τον ανεμόμυλο, οι απόγονοι των γέρων είχαν κόψει το αιωνόβιο δέντρο. Σιγουρεύτηκα ότι έχουμε καλώδια και κινητά με πολλά κουμπιά, με ίντερνετ, με δορυφόρους και τεραμπάιτ, αλλά τώρα πια δε μας ενώνει τίποτα γιατί λείπει το μεγάλο δέντρο. Αυτός ο μακρινός τόπος τώρα απείχε μόλις 50 χιλιόμετρα από την Αθήνα.

Donate - τουβλα & τσιμεντο

Βοηθήστε το χτίσιμο της Βαβέλ σαν καλοί αμαρτωλοί. Απλώς πατήστε έναν σύνδεσμο στο πορτοκαλί πλαίσιο παρακάτω:

Porto Leone

Loading...

PAOTUBE

Loading...